Τι κρύβεται πίσω από τις συγκρούσεις γονέα και παιδιού;
«Σου είπα να κλείσεις το κινητό.»
«Σε λίγο.»
«Όχι σε λίγο. Τώρα.»
«Άσε με ήσυχο!»
Και κάπως έτσι αρχίζει.
Μια οθόνη που δεν έκλεισε. Ένα δωμάτιο που δεν τακτοποιήθηκε. Μια ώρα επιστροφής που δεν τηρήθηκε. Ένα «διάβασες;» που ειπώθηκε για τρίτη φορά. Ένα βλέμμα, ένας τόνος φωνής, μια πόρτα που έκλεισε λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
Και ξαφνικά δύο άνθρωποι που αγαπιούνται πολύ βρίσκονται απέναντι.
Αλλά μαλώνουν στ’ αλήθεια για το κινητό;
Ίσως όχι.
Γιατί στις σημαντικές μας σχέσεις σπάνια συγκρουόμαστε μόνο γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μας. Μαζί με το «τώρα» μπαίνουν στη συζήτηση όλα όσα φοβόμαστε, όσα περιμένουμε, όσα δεν ξέρουμε πώς να πούμε.
Και η σχέση γονέα και παιδιού δεν αποτελεί εξαίρεση.
Πίσω από μια σύγκρουση γονέα και παιδιού υπάρχουν συχνά δύο ανάγκες
Ο γονιός λέει:
«Κλείσε το κινητό.»
Μπορεί όμως από μέσα του να λέει:
*Ανησυχώ για σένα.*
*Φοβάμαι μήπως χάνω τον έλεγχο.*
*Δεν ξέρω αν κάνω καλά τη δουλειά μου ως γονιός.*
*Θέλω να με ακούς.*
*Θέλω να ξέρω ότι ακόμη με χρειάζεσαι.*
Το παιδί απαντά:
«Άσε με ήσυχο.»
Και μπορεί από μέσα του να λέει:
Εμπιστεύσου με.
Άφησέ με να δοκιμάσω.
Μη με βλέπεις συνέχεια σαν μικρό παιδί.
Χρειάζομαι χώρο.
Άσε με να γίνω εγώ.
Κάπως έτσι, μια συζήτηση για ένα κινητό μπορεί να γίνει συνάντηση δύο διαφορετικών αναγκών: από τη μία η ανάγκη του γονέα να προστατεύσει και από την άλλη η ανάγκη του παιδιού να αυτονομηθεί.
Και οι δύο είναι πραγματικές.
Όσο μεγαλώνει ένα παιδί, αλλάζει και η σχέση με τον γονέα
Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στη γονεϊκότητα.
Μεγαλώνουμε ένα παιδί για να μπορέσει κάποτε να μη μας χρειάζεται όπως μας χρειαζόταν στην αρχή.
Κι όμως, όταν αρχίζει πραγματικά να το κάνει, δεν είναι πάντα εύκολο.
Το παιδί που κάποτε ζητούσε το χέρι μας για να περάσει τον δρόμο, κάποια στιγμή περνά απέναντι μόνο του.
Το παιδί που μας έλεγε τα πάντα μπορεί να αρχίσει να κλείνει την πόρτα του. Να έχει φίλους που δεν γνωρίζουμε καλά. Σκέψεις που δεν μοιράζεται μαζί μας. Μυστικά. Διαφωνίες. Έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο δεν έχουμε πια ελεύθερη είσοδο.
Και αυτό δεν είναι απαραίτητα απομάκρυνση.
Είναι και μεγάλωμα.
Μόνο που για να μεγαλώσει ένα παιδί χρειάζεται, λίγο λίγο, να αλλάξει θέση και ο γονιός.
Κι αυτή η αλλαγή μπορεί να πονά.
Στις συγκρούσεις δεν απαντάμε πάντα μόνο στο παιδί που έχουμε μπροστά μας
Στη σχέση με τα παιδιά μας δεν ερχόμαστε ποτέ μόνο ως γονείς.
Ερχόμαστε και ως τα παιδιά που υπήρξαμε.
Κουβαλάμε τον τρόπο που μας μιλούσαν, τα όρια που είχαμε ή δεν είχαμε, τις φορές που μας άκουσαν και εκείνες που δεν μας άκουσαν. Την ελευθερία που μας έδωσαν ή εκείνη που μας έλειψε. Τις προσδοκίες που τοποθετήθηκαν πάνω μας.
Κάποιες φορές λέμε:
«Εγώ δεν θα κάνω ποτέ στο παιδί μου αυτό που έκαναν σε μένα».
Και χωρίς να το καταλάβουμε μπορεί να βρεθούμε στην άλλη άκρη.
Άλλοτε ακούμε τον εαυτό μας να λέει μια φράση και ξαφνικά αναγνωρίζουμε μέσα της τη φωνή του δικού μας πατέρα ή της δικής μας μητέρας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτύχαμε.
Σημαίνει ότι η γονεϊκότητα αγγίζει βαθιά κομμάτια της προσωπικής μας ιστορίας.
Γι’ αυτό και μια σημερινή σύγκρουση μπορεί μερικές φορές να κουβαλά πολύ περισσότερο παρελθόν απ’ όσο φαίνεται.
Όρια στα παιδιά: Η κατανόηση δεν σημαίνει υποχώρηση
Το να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι υπάρχει πίσω από μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι όλα επιτρέπονται.
Το παιδί μπορεί πράγματι να χρειάζεται να αφήσει το κινητό.
Ο έφηβος μπορεί πράγματι να χρειάζεται συγκεκριμένη ώρα επιστροφής.
Ένα «όχι» παραμένει κάποιες φορές απαραίτητο.
Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«Θα κάνεις αυτό που σου λέω επειδή είμαι ο γονιός σου»
και στο:
«Καταλαβαίνω ότι θυμώνεις μαζί μου. Το όριο όμως παραμένει.»
Στη δεύτερη περίπτωση δεν ακυρώνεται ούτε ο γονιός ούτε το παιδί.
Υπάρχει χώρος και για τους δύο.
Γιατί η κατανόηση δεν σημαίνει υποχώρηση. Και το όριο δεν χρειάζεται να σημαίνει ρήξη.
Τι γίνεται όταν ο γονιός φωνάξει;
Θα φωνάξουμε.
Θα θυμώσουμε.
Θα πούμε κάποιες φορές κάτι που λίγο αργότερα θα θέλαμε να πάρουμε πίσω.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που δεν κάνουν ποτέ λάθος. Μια πραγματική σχέση δεν είναι μια σχέση χωρίς ρήξεις.
Το σημαντικό είναι και τι συμβαίνει μετά.
Μπορώ να επιστρέψω;
Μπορώ να πω:
«Πριν σου μίλησα άσχημα. Αυτό δεν ήταν σωστό.»
Χωρίς να ακολουθήσει αμέσως το:
«…αλλά κι εσύ με έφτασες στα όριά μου»;
Μπορώ να ζητήσω συγγνώμη χωρίς να αισθανθώ ότι χάνω τη θέση μου ως γονιός;
Μπορώ να ακούσω τι συνέβη και από την άλλη πλευρά;
Η επανασύνδεση δεν αναιρεί το όριο.
Αντίθετα, διδάσκει κάτι ίσως σημαντικότερο: ότι μια σχέση μπορεί να αντέξει μια σύγκρουση χωρίς να διαλυθεί από αυτήν.
Μετά τον καβγά: Από το «απέναντι» στο «δίπλα»
Ίσως λοιπόν η ερώτηση μετά από έναν καβγά να μην είναι μόνο:
«Ποιος είχε δίκιο;»
Αλλά:
«Για ποιο πράγμα μαλώσαμε πραγματικά;»
Ήταν μόνο για το κινητό;
Ή μήπως φοβήθηκα ότι δεν με ακούει πια;
Ήταν μόνο για την ώρα επιστροφής;
Ή μήπως το παιδί μου προσπαθεί να μου πει ότι χρειάζεται περισσότερο χώρο;
Δεν χρειάζεται κάθε σύγκρουση να αποκτήσει μια βαθιά ψυχολογική εξήγηση. Αξίζει όμως κάποιες φορές να κοιτάξουμε λίγο πίσω από το προφανές.
Και δύο πράγματα μπορούν να βοηθήσουν.
Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε μια σύγκρουση με το παιδί μας;
1. Δεν χρειάζεται να λύσουμε τη σύγκρουση την ώρα που συμβαίνει
Όταν η ένταση έχει ανέβει, συνήθως κανείς δεν ακούει πραγματικά. Ο γονιός προσπαθεί να κρατήσει το όριο και το παιδί να υπερασπιστεί τη θέση του.
Μερικές φορές το πιο χρήσιμο είναι μια παύση.
«Είμαστε και οι δύο θυμωμένοι τώρα. Θα το συζητήσουμε όταν ηρεμήσουμε.»
Η παύση δεν είναι υποχώρηση. Το όριο μπορεί να παραμείνει. Είναι ένας τρόπος να προστατεύσουμε τη σχέση από λόγια που λέγονται όταν κανείς δεν είναι πραγματικά διαθέσιμος να ακούσει.
2. Όταν επιστρέψουμε, ας αλλάξουμε την ερώτηση
Αντί για:
«Γιατί δεν κάνεις ποτέ αυτό που σου λέω;»
μπορούμε να δοκιμάσουμε:
«Τι ήταν αυτό που σε θύμωσε τόσο;»
Και ύστερα να κάνουμε μια δεύτερη, ίσως δυσκολότερη ερώτηση στον εαυτό μας:
«Τι ήταν αυτό που με θύμωσε τόσο;»
Γιατί το παιδί μπορεί να ανακαλύψει ότι πίσω από τον θυμό του υπήρχε η ανάγκη να το εμπιστευτούν.
Κι ο γονιός μπορεί να ανακαλύψει ότι πίσω από τον δικό του θυμό υπήρχε φόβος, αγωνία ή η δυσκολία να αποδεχτεί ότι το παιδί του μεγαλώνει.
Τότε η συζήτηση παύει να αφορά μόνο το κινητό, το δωμάτιο ή την ώρα επιστροφής.
Αρχίζει να αφορά τους δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στη σύγκρουση.
Το όριο μπορεί να παραμείνει.
Η διαφωνία επίσης.
Αυτό που αλλάζει είναι η θέση από την οποία κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.
Γιατί δεν χρειάζεται πάντα να συμφωνούμε για να παραμένουμε κοντά.
Χρειάζεται, ακόμη κι όταν βρεθούμε απέναντι, **να μη χάσουμε ο ένας τον άλλον από τα μάτια μας.
Συγγραφέας: Στυλιανή (Ελίνα) Τρωγάδα
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
BSc (Hons) Psychology, University of Northumbria at Newcastle
Εκπαίδευση στην Ψυχοθεραπεία Gestalt
Λιβαδειά | Διαδικτυακές συνεδρίες σε όλη την Ελλάδα
Ιστοσελίδα: https://elinatrogada.gr/