Γονιός δεν γίνεσαι μία φορά . Είναι ένας ρόλος που αλλάζει καθώς μεγαλώνει το παιδί
Κανείς δεν ξέρει πώς να είναι γονιός πριν γίνει. Ίσως, μάλιστα, στην αρχή όλοι λίγο τον «υποκρινόμαστε». Όχι γιατί προσποιούμαστε την αγάπη ή τη φροντίδα. Αλλά γιατί καλούμαστε ξαφνικά να μπούμε σε έναν ρόλο που δεν έχουμε ξαναζήσει. Κρατάμε ένα μωρό και κάνουμε πράγματα που μέχρι χθες δεν γνωρίζαμε. Παίρνουμε αποφάσεις για έναν άλλο άνθρωπο. Προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί κλαίει, τι χρειάζεται, αν κάνουμε το σωστό. Ακούμε συμβουλές, θυμόμαστε τους δικούς μας γονείς, υποσχόμαστε ότι κάποια πράγματα θα τα κάνουμε όπως εκείνοι και άλλα εντελώς διαφορετικά. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά μπορεί να περνά από το μυαλό μας μια σκέψη που σπάνια λέγεται δυνατά: «Ποιος αποφάσισε ότι εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνω;»Κι όμως, κάνουμε.Στην αρχή ίσως «κάνουμε» τον γονιό. Και σιγά σιγά γινόμαστε.
Πότε γεννιέται ένας γονιός;
Δεν υπάρχει μία απάντηση. Για κάποιους η γονεϊκότητα αρχίζει πολύ πριν υπάρξει το παιδί. Από τη στιγμή που το φαντάζονται. Από την επιθυμία να αποκτήσουν ένα παιδί και από την εικόνα που αρχίζουν να δημιουργούν για εκείνο και για τον εαυτό τους δίπλα του. Για άλλους ξεκινά μέσα στην εγκυμοσύνη, καθώς το παιδί αποκτά σταδιακά μια θέση στην πραγματικότητα και στη σκέψη τους. Κάποιος μπορεί να αισθανθεί γονιός τη στιγμή που θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί του. Και κάποιος άλλος όχι. Μπορεί να χρειαστούν μέρες, μήνες ή η ίδια η καθημερινή σχέση με το παιδί για να αρχίσει να κατοικεί πραγματικά αυτή τη νέα θέση. Η γέννηση ενός παιδιού δεν συνοδεύεται απαραίτητα από μια μαγική στιγμή κατά την οποία γεννιέται ολοκληρωμένος και ο γονιός. Και ίσως δεν χρειάζεται. Γιατί ο γονιός δεν είναι κάτι που απλώς γινόμαστε μια συγκεκριμένη ημέρα.Είναι κάτι που μαθαίνουμε να είμαστε.
Από τον ρόλο στην ιδιότητα
Στην αρχή υπάρχουν πολλές πράξεις. Ταΐζω. Κοιμίζω. Προστατεύω. Ρωτάω. Ανησυχώ. Μαθαίνω. Δοκιμάζω. Και μέσα από αυτές τις επαναλαμβανόμενες πράξεις φροντίδας, μέσα από τα λάθη και τις διορθώσεις, μέσα από την επαφή με αυτό το συγκεκριμένο παιδί, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Δεν «κάνω» πια απλώς τον γονιό. Είμαι γονιός.
Ο ρόλος έχει αρχίσει να γίνεται ιδιότητα.
Και αυτή είναι μια ιδιότητα που, σε αντίθεση με πολλούς άλλους ρόλους της ζωής μας, δεν τελειώνει. Ένα παιδί μπορεί να γίνει δεκαοκτώ, τριάντα ή πενήντα ετών. Για τον γονιό του θα εξακολουθεί να είναι το παιδί του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να εξακολουθεί να είναι γονιός με τον ίδιο τρόπο. Κι εδώ ίσως βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της γονεϊκότητας. Η ιδιότητα μένει. Ο ρόλος χρειάζεται να αλλάζει.
Ένα παιδί δύο ετών δεν χρειάζεται τον ίδιο γονιό με ένα παιδί έξι ετών. Ένα δεκάχρονο δεν χρειάζεται ό,τι χρειαζόταν στα τέσσερα. Και ένας δεκαεπτάχρονος δεν μπορεί να σχετίζεται με τον γονιό του όπως σχετιζόταν όταν ήταν επτά. Το παιδί μεγαλώνει. Αλλά μαζί του χρειάζεται να μεγαλώνει και ο τρόπος με τον οποίο είμαστε γονείς. Στην αρχή κάνουμε σχεδόν τα πάντα για εκείνο. Αργότερα χρειάζεται να το βοηθήσουμε να κάνει μόνο του. Μετά να αντέξουμε ότι μπορεί να επιλέξει διαφορετικά από εμάς. Και κάποια στιγμή να μπορέσουμε να είμαστε διαθέσιμοι χωρίς να είμαστε διαρκώς παρεμβατικοί. Να μετακινηθούμε από το:
«Θα το κάνω εγώ για σένα»
στο:
«Θα σε βοηθήσω να το κάνεις».
Και αργότερα στο:
«Είμαι εδώ, αν με χρειαστείς».
Αυτή η μετάβαση δεν είναι πάντα εύκολη.Γιατί το παιδί μεγαλώνει αναπόφευκτα. Ο γονεϊκός μας ρόλος, όμως, δεν εξελίσσεται αυτόματα μαζί του. Χρειάζεται κι εμείς να αλλάξουμε. Όταν το «είμαι γονιός» γίνεται σχεδόν ολόκληρο το «είμαι» Υπάρχουν περίοδοι, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού, όπου η γονεϊκότητα καταλαμβάνει σχεδόν όλο τον χώρο. Και συχνά αυτό συμβαίνει εντονότερα στις γυναίκες.
Η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από τις ανάγκες του παιδιού. Ο χρόνος, ο ύπνος, οι σχέσεις, η εργασία, ακόμη και η σχέση με το ίδιο μας το σώμα μπορεί να αλλάξουν. Για ένα διάστημα, το «είμαι μητέρα» ή «είμαι πατέρας» μπορεί να ακουστεί πολύ δυνατότερα από όλες τις υπόλοιπες ιδιότητές μας. Και αυτό μπορεί να είναι απολύτως κατανοητό. Όσο όμως το παιδί μεγαλώνει και χρειάζεται περισσότερο δικό του χώρο, χρειάζεται σταδιακά να ξαναβρίσκουμε κι εμείς τον δικό μας. Να θυμόμαστε ότι εκτός από γονείς παραμένουμε άνθρωποι με σχέσεις, επιθυμίες, ενδιαφέροντα, εργασία, φίλους, συντροφικότητα, ανάγκες. Όχι για να αγαπάμε λιγότερο το παιδί μας. Αλλά ακριβώς για να μπορούμε να του επιτρέψουμε να μεγαλώσει χωρίς η αυτονόμησή του να βιώνεται ως απώλεια του δικού μας νοήματος.
Γιατί τότε μπορεί να εμφανιστεί ένα δύσκολο ερώτημα:
«Αν τόσα χρόνια ήμουν κυρίως αυτός που με χρειαζόσουν, ποιος είμαι τώρα που με χρειάζεσαι διαφορετικά;» Το παιδί μάς μαθαίνει τι γονιό χρειάζεται Μπορούμε να διαβάσουμε βιβλία. Να ακούσουμε ειδικούς. Να θυμηθούμε τι έκαναν οι δικοί μας γονείς και να αποφασίσουμε τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι όχι. Όλα αυτά μπορούν να είναι πολύτιμα. Υπάρχει όμως κάτι που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να μας διδάξει εκ των προτέρων: πώς να είμαστε γονείς αυτού του συγκεκριμένου παιδιού. Γιατί κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Και η γονεϊκότητα δεν διαμορφώνεται μόνο από τον ενήλικα προς το παιδί. Διαμορφώνεται μέσα στη σχέση.
Το παιδί, με τον χαρακτήρα του, τις ανάγκες του, τις δυσκολίες του, τον τρόπο που αντιδρά και τον τρόπο που σχετίζεται, μας μαθαίνει συνεχώς κάτι για το πώς χρειάζεται να στεκόμαστε δίπλα του. Και καθώς εκείνο αλλάζει, χρειάζεται να είμαστε πρόθυμοι να ξαναμάθουμε. Ίσως γι’ αυτό γονιός δεν γίνεσαι μία φορά. Γίνεσαι ξανά και ξανά.
Και όταν το παιδί γίνει ενήλικας;
Ίσως τότε έρχεται μία από τις πιο λεπτές μεταβάσεις. Η ιδιότητα παραμένει. Είμαι ακόμη η μητέρα σου. Είμαι ακόμη ο πατέρας σου. Αλλά απέναντί μου δεν βρίσκεται πια ένα παιδί που χρειάζεται να αποφασίζω για εκείνο. Βρίσκεται ένας άλλος ενήλικας. Με δικές του επιλογές. Δικές του σχέσεις. Δικά του λάθη. Δική του ζωή. Και ίσως μία από τις τελευταίες μεγάλες δουλειές της γονεϊκότητας είναι να καταφέρουμε να γνωριστούμε ξανά με το παιδί μας από αυτή τη νέα θέση. Να μη διαγράψουμε τη σχέση γονέα και παιδιού. Αλλά να την αναμορφώσουμε. Να μπορέσουμε να συμβουλέψουμε χωρίς να απαιτούμε να εισακουστούμε. Να ανησυχούμε χωρίς να ελέγχουμε. Να είμαστε διαθέσιμοι χωρίς να εισβάλλουμε. Να παραμένουμε γονείς χωρίς να χρειάζεται να «γονεϊκοποιούμε» διαρκώς το ενήλικο παιδί μας. Να στεκόμαστε δίπλα του χωρίς να στεκόμαστε πάνω από αυτό.Γονιός δεν γίνεσαι μία φορά Ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία. Δεν υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία μαθαίνουμε να είμαστε γονείς και τελειώσαμε. Ο γονιός που ήμασταν όταν το παιδί μας ήταν δύο ετών δεν μπορεί να είναι ακριβώς ο ίδιος όταν εκείνο γίνει δώδεκα, είκοσι ή σαράντα. Η ιδιότητα παραμένει. Ο τρόπος που την κατοικούμε χρειάζεται να εξελίσσεται. Και ίσως η γονεϊκότητα να μην είναι μόνο η ιστορία ενός παιδιού που μεγαλώνει. Είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που, μέσα στη σχέση τους, καλούνται συνεχώς να ξαναγνωριστούν. Γιατί όσο το παιδί μεγαλώνει και γίνεται όλο και περισσότερο ο άνθρωπος που είναι, ο γονιός καλείται να γίνεται ξανά και ξανά ο γονιός που εκείνο χρειάζεται τώρα.
Συγγραφέα;: Στυλιανή (Ελίνα) Τρωγάδα
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
BSc (Hons) Psychology, University of Northumbria at Newcastle
Εκπαίδευση στην Ψυχοθεραπεία Gestalt
Λιβαδειά | Διαδικτυακές συνεδρίες σε όλη την Ελλάδα
elinatrogada.gr